δράμα

Όρος που υπό ευρεία έννοια αναφέρεται σε κάθε έργο που προορίζεται να παιχτεί στη σκηνή (τραγωδία, κωμωδία, φάρσα, θρησκευτική παράσταση κλπ.). Ο ορισμός αυτός, που έχει λόγια προέλευση και βασίζεται στην ετυμολογική σημασία του όρου, περιλαμβάνει ποικίλες κριτικές και φιλοσοφικές θέσεις σχετικά με την ίδια τη φύση της θεατρικής πράξης και αναζητά κυρίως το ειδοποιό στοιχείο που μπορεί να προσδιορίσει ως δ. ένα φαινόμενο, ξεχωρίζοντάς το από άλλα συγγενικά του. Υπό αυτή την έννοια, ουσιαστικό και χαρακτηριστικό στοιχείο του δ. είναι η παρουσία ηθοποιού, δηλαδή ενός ερμηνευτή, που για να αναπαραστήσει ένα περιστατικό μεταμορφώνεται, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του έργου, σε ένα πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που είναι ο ίδιος. Αντίθετα, θεωρούνται βοηθητικά αλλά όχι ουσιαστικά στοιχεία o διάλογος (αφού μπορεί κάλλιστα να υπάρξει δ. σε μορφή μονολόγου και επομένως με έναν μόνο ήρωα) και γενικότερα o λόγος (αφού το δ. μπορεί να είναι αποκλειστικά μιμικό). Ο ορισμός, τέλος, που αναφέρεται στην έννοια της σύγκρουσης χαρακτήρων και καταστάσεων θεωρείται εξαιρετικά ασαφής επειδή παρουσιάζει την πραγματικότητα να αποτελείται από υποκείμενα και αντικείμενα που το ένα διακρίνεται από το άλλο· ωστόσο, δεν αρκεί η εξατομίκευση ενός τμήματος της ίδιας της πραγματικότητας για να το χαρακτηρίσει ως δ. σε σύγκριση με τα άλλα. Οι απαρχές. Ο όρος δ. προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα δράω-δρω· η έννοια λοιπόν του δ. γεννιέται ως δράση. Άλλη σημασία του ρήματος δρω είναι υπηρετώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζεται με την ειδική σημασία του υπηρετώ τη θεότητα σε μια τελετή, δηλαδή με την ίδια έννοια που έχει σήμερα η λέξη ιερουργώ (υπηρετώ στη λειτουργία). Μία τέτοια θρησκευτική διάσταση χαρακτηρίζει ίσως την αρχική σημασία του όρου δ., που φαίνεται ότι προέρχεται από θρησκευτικά και τελετουργικά φαινόμενα. To εγκώμιο του θεού ή του ήρωα, που αποτελεί το περιεχόμενο της λατρευτικής πράξης και ψάλλεται από τον ιερέα, συνοδεύεται από μιμητική δράση του λαού, η οποία έχει ως σκοπό να αναπαραστήσει το πάθος, δηλαδή το συγκινησιακό στοιχείο που συνδυάζεται με το αφηγηματικό. Από τον αρχέγονο αυτόν πυρήνα ξεχώρισαν με τον καιρό ένα είδος ιερού δ., που συνδεόταν με τον ναό και την αναπαράσταση των θρησκευτικών μυστηρίων, και ένα είδος ηρωικού δ., που, αφού απομακρύνθηκε από το καθαυτό τελετουργικό τυπικό, ακολούθησε την εξέλιξη της πιο ελεύθερης ζωής των πόλεων, μεταφέροντας τον βωμό του θεού ή του ήρωα στην πλατεία ή στο θέατρο, χωρίς όμως να αποκοπεί τελείως από τη θρησκεία· αντίθετα, συνέχισε να αντλεί από το θεμελιώδες θρησκευτικό αίσθημα. Παράλληλα, μια μορφή ελαφρύτερου δ. μπορεί να σχετιστεί με ένα είδος ομαδικής δράσης, που μόνο έμμεσα συνδέεται με το λατρευτικό φαινόμενο· μπορεί δηλαδή να εκφράσει το ξέσπασμα της ομάδας μέσα στα πλαίσια μιας γιορτής. Φυσικά, στην περίπτωση αυτή το δραματικό φαινόμενο συνδέεται λιγότερο με τον ηρωικό ή θρησκευτικό μύθο και περισσότερο με την άμεση πραγματικότητα. Έτσι, από τους αρχαίους Έλληνες που ανέπτυξαν ιδιαίτερα τον στοχασμό και την αφαιρετική σκέψη, o όρος δ. χρησιμοποιήθηκε ως έννοια περιεκτική κάθε θεατρικής μορφής, ικανή να εκφράσει την κοινή ουσία των ποικίλων μορφών της. Ο ποιητής, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, μπορεί να μιμείται κατά δύο διαφορετικούς τρόπους: είτε σε αφηγηματική μορφή είτε σε δραματική· και τότε είναι οι ηθοποιοί εκείνοι που παριστάνουν άμεσα ολόκληρη τη δράση «σαν να ήταν οι ίδιοι οι ζωντανοί και δρώντες ήρωες του έργου». Στους Ρωμαίους, αντίθετα, ο όρος δ., που προερχόταν από τα ελληνικά, χρησιμοποιήθηκε σπάνια και σε μεταγενέστερη εποχή. Ειδικότερα στα ελληνικά o όρος δ., όταν δεν αναφέρεται στην αρχαιότητα, οπότε σημαίνει κάθε είδος θεατρικού έργου, χαρακτηρίζει κυρίως αυτό που παρακάτω ορίζεται ως σύγχρονο δ., δηλαδή ένα ορισμένο ως προς το περιεχόμενο είδος. Ο όρος δ. όμως διαφοροποιείται με την προσθήκη ενός προσδιορισμού για να εκφράσει τις διάφορες μορφές που πήρε το είδος κατά την πορεία του από την αρχαιότητα έως σήμερα. Έτσι μπορούν να επισημανθούν οι παρακάτω περιπτώσεις: σατυρικό δ. Αρχαίο ελληνικό θεατρικό είδος που ονομάστηκε έτσι από την παρουσία χορού σατύρων. Από τα λίγα στοιχεία που διαθέτουμε, καθώς αντλούσε πάντα το υλικό του από τη μυθολογική παράδοση και όχι από την επίκαιρη πραγματικότητα, το είδος αυτό πρέπει να ήταν κάτι ανάμεσα στην τραγωδία και στην κωμωδία, αφού σε ένα μεγάλο τμήμα του επικρατούσε το κωμικό στοιχείο, που εκφραζόταν κυρίως από τη σατυρική οικογένεια, δηλαδή τον Σάτυρο και τον πατέρα του, Σιληνό, ή διάφορους σατυρικούς ήρωες, όπως ο Ηρακλής. Για την προέλευσή του τίποτε δεν είναι βέβαιο. Κατά τον Αριστοτέλη, η ίδια η τραγωδία προέρχεται από μια αρχέγονη σατυρική μορφή. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση (που ήδη από την αρχαιότητα ερμηνεύτηκε σε αντίθεση με την πρώτη) εκείνος που επινόησε το σατυρικό δ. ήταν o ποιητής Πρατίνας από τον Φλειούντα, το έργο του οποίου ανάγεται στην περίοδο μετά τον Θέσπη. Η αντίθεση θα μπορούσε να αναιρεθεί αν θεωρηθεί ο Πρατίνας ως ανανεωτής και μεταρρυθμιστής (και όχι o δημιουργός) ενός θεατρικού είδους που έπεσε σε αχρηστία, επειδή ενσωματώθηκε στην τραγωδία. To βέβαιο είναι ότι το σατυρικό δ. είχε τόση επιτυχία ώστε εισήχθη υποχρεωτικά στους δραματικούς αγώνες, αποτελώντας το τέταρτο μέρος μιας τετραλογίας, της οποίας τα υπόλοιπα έργα ήταν τραγωδίες. Όταν μάλιστα την τραγική τριλογία αποτελούσαν δ. με συνεχόμενη υπόθεση (όπως π.χ. η Ορέστεια), το σατυρικό δ. αντλούσε το θέμα του από ένα επεισόδιο της ίδιας ιστορίας. Ως θέματα οι ποιητές συνήθως προτιμούσαν πιο λαϊκούς μύθους, με έντονο παραμυθικό χαρακτήρα. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν θεματικοί κύκλοι που επαναλαμβάνονταν, όπως η διεκδίκηση μιας γυναίκας (π.χ. στους Δικτυουλκούς του Αισχύλου τη Δανάη διεκδικούσαν ο Δίκτυς και οι Σάτυροι) και η τιμωρία ενός κακοποιού στοιχείου από έναν ήρωα (π.χ. στον Σκείρωνα του Ευριπίδη o Θησέας κατατρόπωνε τον περιβόητο ληστή). Η παράδοση διέσωσε ένα μοναδικό ολόκληρο σατυρικό δ., τον Κύκλωπα του Ευριπίδη, και αποσπάσματα από τους Ιχνευτάς του Σοφοκλή, καθώς και διάφορα άλλα αποσπάσματα και τίτλους έργων. Εξαιρετικά πηγαία και συχνά τολμηρά ήταν τα σατυρικά δ. του Αισχύλου. Απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, το σατυρικό δ. έγραφαν πάντα οι τραγικοί ποιητές και είναι το πρώτο από τα τρία δραματικά είδη που εξαφανίστηκε, αφού ήδη από τον 4ο αι. και οι τίτλοι ακόμα αρχίζουν σταδιακά να εκλείπουν. λειτουργικό δ.Όπως στον αρχαίο έτσι και στον χριστιανικό πολιτισμό το θέατρο γεννήθηκε από τη θρησκευτική τελετή· το λειτουργικό δ., που θεωρείται γενικά ως η απαρχή του σύγχρονου θεάτρου, πήρε την ονομασία του από το ότι εμφανίστηκε στον χώρο της λειτουργίας της Εκκλησίας της Ρώμης, ως νέα, αυθόρμητη δημιουργία του μεσαιωνικού θρησκευτικού πνεύματος, κατά εντελώς ανεξάρτητο τρόπο από την κλασική παράδοση. Φαίνεται ότι η ουσιαστική αρχή του λειτουργικού δ. δεν συνίσταται στην απευθείας επεξεργασία των στοιχείων της παραδοσιακής τελετουργικής, αλλά στα λεγόμενα τροπάρια. Αυτά συμπληρώθηκαν με μια σημαντική ποικιλία προσθηκών, που άρχισαν να εμφανίζονται αθρόες στο ίδιο το κείμενο της επίσημης λειτουργίας για να τη διευρύνουν ή να την εμπλουτίσουν λογοτεχνικά. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αρχή αυτής της συνήθειας ανάγεται στην πρώτη περίοδο του Μεσαίωνα. Αντίθετα, είναι βέβαιο ότι η περίοδος της ακμής του λειτουργικού δ. ήταν ο 9ος αι., κατά τον οποίο αποτέλεσε έκφραση του γενικότερου κινήματος πνευματικής δημιουργίας, που είναι γνωστό ως καρολιγγιανή αναγέννηση. Το λειτουργικό δ. εμφανίστηκε ακριβώς στην περίοδο που το τροπάριο επιστράτευσε το αναπαραστατικό μέσο της προσωποποίησης. Το πρώτο γνωστό παράδειγμα δραματοποίησης είναι ο σύντομος διάλογος κοντά στον άδειο τάφο, ανάμεσα στις Μαρίες και στον άγγελο ή στους αγγέλους, με τον οποίο αρχίζει στους Καθολικούς η λειτουργία του Πάσχα. H απλούστερη και ίσως η αρχική παραλλαγή είναι αυτή του σανγκαλιανού χειρογράφου. Ωστόσο, η ουσιαστική εξέλιξη του λειτουργικού δ. πραγματοποιήθηκε μεταξύ 10ου και 13ου αι., αν και υπάρχουν περιπτώσεις που χρονολογούνται μεταγενέστερα. Η θεματολογία του λειτουργικού δ. πρέπει να κάλυπτε ολόκληρη τη θρησκευτική ιστορία, αλλά τα πρώτα συνδέονταν με τη Γένεση και την Ανάσταση. Η παράσταση δινόταν μέσα στον χώρο της εκκλησίας. Οι ρόλοι ερμηνεύονταν από μέλη του ανώτερου κλήρου ή και από παιδιά (pueri), μοναχούς (fratres) ή κληρικούς (clerici), που υποδύονταν συνήθως και τους γυναικείους ρόλους. Τα χειρόγραφα διέσωσαν πολλές σκηνικές υποδείξεις που αναφέρονται στην παράσταση, κυρίως χορογραφικού χαρακτήρα. Μεταγραφές των ρόλων, με ακριβείς και λεπτομερειακές σκηνικές οδηγίες για την εκτέλεση των διάφορων ρόλων και των διαλογικών μερών, δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο φρόντιζε και οργάνωνε την προπαρασκευή των ηθοποιών η Εκκλησία. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνο που χαρακτήριζε, από πνευματική άποψη, κάθε συμμετοχή σε τέτοια θεάματα δεν ήταν η τέλεια τεχνική και καλλιτεχνική εκτέλεση, αλλά η καθαρή ευλάβεια. Ο σκηνικός εξοπλισμός ήταν διαφορετικός ανάλογα με τα είδη δ. Τα πιο απλά πασχαλινά δ. απαιτούσαν μόνο μια αναπαράσταση του τάφου, συχνά συμβολική, ενώ σε άλλα διαπιστώνεται η χρήση πολλών σκηνικών. Τα σκηνικά αυτά αποτελούνταν από μία σειρά χώρων που ονομάζονταν loca, loci, sedes, domus και ήταν τοποθετημένοι ο ένας κοντά στον άλλο είτε πάνω στο υψηλότερο ιερό των κλιτών του ναού είτε σε μια ειδικά κατασκευασμένη εξέδρα. Με αυτή την πολύπλοκη σκηνογραφία, με την οποία οι διάφοροι χώροι όπου διαδραματιζόταν η παράσταση ήταν ταυτόχρονα ορατοί από τον θεατή, εκφράστηκε μια χαρακτηριστική αντίληψη του Μεσαίωνα για το θέατρο, που ερχόταν σε ουσιαστική αντίθεση με την κλασική. Σε συνάφεια με το πνεύμα της παγκοσμιότητας, που πολιτικά εκφράστηκε με την ιδέα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και με την εξουσία του πάπα, νομικά με την έννοια του κοινού δικαίου, πολιτιστικά με το θεολογικό οικοδόμημα κλπ., η σκηνή έτεινε να γίνει αναπαράσταση ολόκληρου του κόσμου, καθώς το γεγονός εκτεινόταν από τη Δημιουργία έως την ημέρα της Κρίσης. Όσον αφορά τις ενδυμασίες, στην αρχή χρησιμοποιούσαν ιματισμό που έπαιρναν από το σκευοφυλάκιο, στον οποίο έκαναν τις κατάλληλες τροποποιήσεις και συμπλήρωναν με αντικείμενα ρεαλιστικού ή συμβολικού χαρακτήρα (τα βάζα που έφερναν οι Μαρίες στον τάφο, τα φτερά για τους αγγέλους κλπ.). Τα δ. συνοδεύονταν από μουσική, που παραμένει μία από τις πιο σημαντικές και αξιόλογες εκδηλώσεις της θεατρικής αυτής μορφής. Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε αρχικά ήταν η λατινική, η οποία σήμερα δεν είναι πλέον κατανοητή από τον λαό. Ακολουθώντας μια φυσική διαδικασία, το λειτουργικό δ. εξελίχθηκε παίρνοντας τη μορφή του λαϊκού θρησκευτικού θεάτρου. Το πρώτο δείγμα του είδους αυτού στη Δύση είναι το Jeu d’ Adam, των μέσων του 12ου αι. Μεταβατικό σταθμό αποτέλεσε το λεγόμενο μεικτό δ., γραμμένο κατά ένα μέρος στην κοινή γλώσσα και κατά ένα μέρος στη λατινική, όπως το Sponsus, σκηνική διασκευή της παραβολής των φρόνιμων και των μωρών παρθένων. Κατά την περίοδο αυτή η παράσταση βγήκε από τον χώρο της εκκλησίας και προχώρησε έως τον πρόναο, το προαύλιο της εκκλησίας, την πλατεία και τέλος τα θέατρα. Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες του φαινομένου αυτού της εκλαΐκευσης ήταν η μετάβαση από τη διεθνή βάση της λειτουργίας σε διάφορες εθνικές παραλλαγές· μία άλλη συνέπεια ήταν η είσοδος και η συνεισφορά των μίμων και των γελωτοποιών. ποιμενικό δ. Τυπικό θεατρικό είδος της Αναγέννησης, που γνώρισε τη λαμπρότερη περίοδο ακμής του κατά τον 14ο αι. Επρόκειτο για μία στιχουργική σύνθεση βουκολικής έμπνευσης, τα πρόσωπα της οποίας ήταν βοσκοί, νύμφες, σάτυροι κλπ. Η σκηνογραφία απέδιδε το δασικό τοπίο, με λόφους, δέντρα, ξέφωτα, βουνά, γρασίδι, λουλούδια και πηγές. Θέμα του ήταν ο έρωτας, που εκφραζόταν με εξομολογήσεις, εκμυστηρεύσεις, θλίψη ή οργή για το αίσθημα που δεν βρήκε ανταπόκριση, συγκρίσεις με τη φύση, εγκαταλείψεις, απορρίψεις που τελικά κατέληγαν σε ευτυχή ή καταστροφική έκβαση. Τα χαρακτηριστικά ύφους του είδους αυτού ήταν οι μακρές λυρικές εξάρσεις με τη μορφή μονολόγων ή διαλογικών αφηγήσεων, οι οποίες άλλωστε δεν διέφεραν πολύ από τους μονολόγους. Είναι φανερό ότι ολόκληρη η παράσταση δεν είχε κανένα ρεαλιστικό στοιχείο, αλλά αντιστοιχούσε απλώς σε μία λογοτεχνική σύμβαση. Τόσο το φόντο της εξοχής όσο και τα πρόσωπα του έργου ήταν εκφράσεις της ειδυλλιακής και εκλεπτυσμένης εξιδανίκευσης μιας ράθυμης ηδυπάθειας. Από μια άποψη, στο ποιμενικό δ. φαίνεται ότι αναβίωσε το σατυρικό δ., αλλά η νοσταλγία του πρωτόγονου και του φυσικού, από την οποία πήγαζε η βίαια μυθολογική μορφή του ελληνικού σατύρου, εδώ ήταν ένα έμμεσο και εξωραϊσμένο πολιτιστικό και κοσμικό ονειροπόλημα. Τυπική μορφή θεάτρου της λόγιας παράδοσης, το ποιμενικό δ. ήταν έργο ουμανιστών ποιητών. Οι ρίζες του, που συνδέονταν εν μέρει με μορφές του θρησκευτικού θεάτρου, βρίσκονταν σε στενή συνάρτηση με το είδος του διαλογικού βουκολικού ποιήματος. Οι άμεσες πηγές έμπνευσής του ήταν οι κλασικοί βουκολικοί ποιητές (Θεόκριτος, Μόσχος, Βιργίλιος, Οβίδιος, Προπέρτιος) καθώς και σύγχρονοι (Πετράρχης, Πολιτσιάνο, Σανατσάρο, Αριόστο κλπ.). Ως εισαγωγικό έργο του είδους αυτού μπορεί να θεωρηθεί ο Ορφεύς (1480) του Πολιτσιάνο και το αριστούργημα του είδους Αμύντας του Τάσο (1573). Πρέπει να αναφερθούν επίσης οι Θύρσοι (1506) του Μπαλντασάρε Καστιλιόνε, οι Προσκυνητές (1538) του Τανσίλιο, η Θυσία (1554) του Αγκοστίνο Μπεκάρι σε πέντε πράξεις, που θεωρήθηκε τυπικό δείγμα του είδους. Αξιόλογο ήταν επίσης και ο Πιστός Βοσκός (1590) του Γκουαρίνι, που προανήγγειλε το μπαρόκ. Από τις ποικίλες επιδράσεις του ποιμενικού δ. στο κατοπινό θέατρο, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδρασή του στην όπερα. Η Αριάννα (1608) του Ρινουτσίνι αποτέλεσε λιμπρέτο για τη μουσική του Μοντεβέρντι. Στην ελληνική ποίηση το ποιμενικό δ. εκπροσωπήθηκε από την Πανώρια (πρόσφατα γνωστή ως Γύπαρης) του Χορτάτση. σύγχρονο δ. Η μορφή λογοτεχνικής σύνθεσης που προορίζεται για σκηνική παράσταση γεννήθηκε κατά τα μέσα του 18ου αι. και σήμερα χαρακτηρίζεται απλώς με τον όρο δ. Πρώτα δείγματα του είδους αναφέρονται η Μις Σάρα Σάμψον του Λέσινγκ (1755) και ο Νόθος του Ντιντερό (1757). Οι χρονολογίες αυτές αντιπροσωπεύουν το σημείο ωρίμανσης πολιτιστικών ζυμώσεων και αιτημάτων, που από καιρό είχαν διαμορφωθεί σε μεγάλο τμήμα της Ευρώπης και συνδέονταν με το καθολικό κοινωνικό φαινόμενο της ανόδου της αστικής τάξης. Άμεσοι λογοτεχνικοί πρόδρομοι του δ. θεωρούνται η μελοδραματική κωμωδία και η τραγικωμωδία. Έχουν επισημανθεί επίσης ποικίλα στοιχεία που λειτούργησαν ως προάγγελοι παλαιότερα, για παράδειγμα, στους Μολιέρο, Μαριβό, Ντετούς, σε έργα του ελισαβετιανού θεάτρου που είχαν την προέλευσή τους από γεγονότα της επικαιρότητας, στη φιλοσοφία του Λοκ, στο έργο Καρντένιο και Τσελίντα του Γκρίφιους (1657) κλπ. Αλλά και η εξέλιξη ενός άλλου είδους, του μυθιστορήματος, επέδρασε σημαντικά στη νέα θεατρική μορφή, δανείζοντάς της στοιχεία περιεχομένου και ύφους. Το σύγχρονο δ. προέβαλε ως έκφραση αντίθεσης προς την κλασικιστική παράδοση και ιδιαίτερα την κρίση που δημιουργήθηκε στις κλασικές μορφές του θεάματος. Ένα είδος όπως η τραγωδία, το οποίο βασιζόταν σε μυθολογικά θέματα, με υπερφυσικά, ηρωικά πρόσωπα, που μιλούσαν με ποιητική γλώσσα και αγωνίζονταν ενάντια σε τυφλές δυνάμεις που τα συμπαρέσυραν στη δίνη τους, δεν ανταποκρινόταν πια στα νέα ενδιαφέροντα και προβλήματα, τα οποία η ανερχόμενη αστική τάξη είχε αρχίσει να επιβάλλει καθολικά. Πολύ περισσότερο δεν ανταποκρίνονταν οι κλασικίζουσες απομιμήσεις του, που δεν ήταν παρά ψυχροί φιλολογικοί πειραματισμοί. Η νέα ποιητική συστηματοποίησε σε θεωρίες τις αρχές της και αναζήτησε ένα θέατρο-καθρέφτη της ζωής, που περισσότερο ή λιγότερο ασυνείδητα την ταύτιζε με τη ζωή της αστικής τάξης, στο πλαίσιο της οποίας ο άνθρωπος δρούσε ως αυτόνομο άτομο, δεμένο με την οικογένεια, με το επάγγελμα, με τους θεσμούς, γενικά με την κοινωνία. H απόρριψη των μύθων από τον Διαφωτισμό δημιούργησε τον καινούργιο μύθο του ρεαλισμού. Αποτέλεσμα ήταν η οριστική μεταβολή του λόγου, που από λυρική σύνθεση έγινε απλή περιγραφή ενός γεγονότος ή τρόπος έκφρασης ενός ήρωα του έργου· η πρόζα διαδέχτηκε τον στίχο, ενώ μια νέα ρητορική έκανε την εμφάνισή της. Η κλασική διάκριση μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας άρχισε να παραμερίζεται, τόσο από κοινωνιολογική άποψη, καθώς προέβαλε τους χαρακτήρες και τα γεγονότα της ζωής των μεσαίων τάξεων ως θέματα άξια να αποτελέσουν την υπόθεση ενός έργου, όσο και στη βάση του αξιώματος μιας ρεαλιστικής ποιητικής, που αναγνώριζε το κωμικό και το τραγικό ως στοιχεία που συνυπάρχουν μέσα στην ίδια πραγματικότητα. Ωστόσο, τα δραματικά μοτίβα και οι οδυνηρές συγκρούσεις που χρησιμοποιούνταν για την επίτευξη ενός δραματικού αποτελέσματος παρέμειναν τα στοιχεία που χαρακτήριζαν το δ. Η εμφάνιση της θεατρικής αυτής μορφής, ως αποτέλεσμα της ταξικής συνειδητοποίησης των αστών, εξηγεί το γεγονός ότι οι απαρχές της συνδέονται λιγότερο με ποιητές και περισσότερο με κριτικούς και με θεωρητικούς, και πρώτον από αυτούς τον Ντιντερό, στα έργα του Σκέψεις σχετικά με τον Νόθο και Για τη δραματική ποίηση. Βαθύτερος και με ευρύτερους ορίζοντες ήταν ο Λέσινγκ (Αμβουργική δραματουργία), που προανήγγειλε ένα αστικό δ. με το μεγαλείο και την αποστολή της κλασικής ελληνικής τραγωδίας. Ωστόσο, σε θεωρίες όπως αυτές, που είχαν συνείδηση της κριτικής ευθύνης, αντιστοιχούν μέτρια επιτεύγματα από αισθητική άποψη. Μετά το τέλος του πρώτου κύματος του ρομαντισμού, το δ. συνέχισε να εξελίσσεται και συνδέθηκε ολοένα και στενότερα με την κοινωνική πολεμική και με έναν τόνο καταγγελίας, αλλά μόνο στα έργα του Ίψεν έφτασε στην πλήρη ωριμότητά του, όπου οι κοινωνικές διεκδικήσεις και οι απαιτήσεις του ύφους από τις οποίες προήλθε συγχωνεύθηκαν σε μια ισορροπημένη και ολοκληρωμένη ποιητική έκφραση. «Ο Νόθος» (1757) του Ντιντερό σημειώνει την απαρχή του νεότερου δράματος. Σκηνή του έργου σε εικόνα της εποχής. Σκηνή από μία παράσταση των «Βρυκολάκων» του Ίψεν, με τον οποίο το σύγχρονο δράμα έφτασε στην πλήρη ωριμότητά του. Παράσταση του λειτουργικού δράματος «Ο Ιησούς παρουσιάζεται στον λαό», σε ξυλογραφία του 15ου αι. (Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη). Τμήμα αττικής αγγειογραφίας, έργο του 5ου αι. π.Χ., που απεικονίζει θίασο σατυρικού δράματος. Παράσταση αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
το (AM δρᾱμα)
1. θεατρικό έργο τού αρχαίου θεάτρου σε διαλογική μορφή, γραμμένο για να παρασταθεί μπροστά στο κοινό με ηθοποιούς που δρουν, δεν απαγγέλλουν απλώς (τραγωδία, κωμωδία, σατυρικό δράμα)
2. σημαντικό, δυσάρεστο συνήθως γεγονός με σοβαρές επιπτώσεις
3. «σατυρικόν δράμα» — θεατρικό έργο με εύθυμη υπόθεση, χορό που αποτελείται συνήθως από σατύρους, στενά δεμένο με τη διονυσιακή λατρεία
μσν.- νεοελλ.
«τὸ θεῑον δρᾱμα» — τα πάθη τού Χριστού από τη σύλληψη ώς τον θάνατό του
νεοελλ.
1. θεατρικό έργο με σοβαρή υπόθεση που προκαλεί τη συγκίνηση ή τον έντονο προβληματισμό τών θεατών
2. «λυρικό δράμα» — όπερα ή άλλο είδος έργου τού λυρικού θεάτρου
3. δυσάρεστο γεγονός
4. φρ. «είμαι δράμα», «είναι δράμα» — για καταστάσεις που προκαλούν λύπη, οίκτο ή και θυμηδία
μσν.
ενέδρα
αρχ.
1. έργο, πράξη
2. καθήκον, χρέος
3. συναρπαστικό θέαμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δρα- (βλ. λ. δρω). Η λ. πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αισχύλο για να χαρακτηρίσει το έγκλημα τού Πάριδος, ενώ αργότερα περιορίστηκε στη σημασία «τραγωδία»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δρᾶμα — deed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δράμα — Sp Dramà Ap Δράμα/Drama L mst. ir nomas Š Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • δράμα — το 1. λογοτεχνικό είδος του θεάτρου, ένα από τα τρία είδη της αρχαίας ελληνικής ποίησης, αλλά και θεατρικό έργο με συγκινητική υπόθεση και έντονες συγκρούσεις. 2. μτφ., συγκλονιστικό ή τραγικό γεγονός: Από τότε που έφυγε ο άντρας της ζει το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δράμα — [драма] ουσ. о. драматическое произведение, драма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Сатирическая драма — (δράμα σατυρικόν, σάτυροι) или иначе игривая трагедия (παιζουσα τραγωδια, Dion. de elocut. 169) y древних греков особый вид драматической поэзии, существовавший наряду с трагедией и комедией. Из С. драмы, по свидетельству Аристотеля, развилась… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Βλάχος, Ανέστης — (Δράμα 1934 –). Ηθοποιός. Σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου Θεάτρου και ξεκινώντας από το 1956, εμφανίστηκε σε περισσότερες από 80 ταινίες. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Φόβος, Με τη λάμψη στα μάτια, Ληστεία στην Αθήνα, Νταβέλης κ.ά …   Dictionary of Greek

  • Δράμαλης, Μαχμούτ πασάς — (Δράμα 1780; – Κόρινθος 1822). Τούρκος στρατηγός στην εποχή της Επανάστασης του 1821. Ανατράφηκε στα ανάκτορα του σουλτάνου Σελίμ Γ’ και απέκτησε πλούσια στρατιωτική μόρφωση και πείρα κοντά σε μεγάλους Τούρκους στρατηγούς, σε εκστρατείες στην… …   Dictionary of Greek

  • Καράογλου, Χαράλαμπος — (Δράμα 1946 –). Φιλόλογος και λογοτέχνης. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα μεσαιωνικών και νέων ελληνικών σπουδών), της οποίας αναγορεύθηκε διδάκτορας (1988). Στη συνέχεια σταδιοδρόμησε ως… …   Dictionary of Greek

  • Μανθόπουλος, Δημήτριος — (Δράμα 1937 –). Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία και σταδιοδρόμησε ως δάσκαλος. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, κυρίως την παιδική. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα και διηγήματα. Στα ελληνικά γράμματα… …   Dictionary of Greek

  • Liste bulgarischer Bezeichnungen griechischer Orte — Dieser Artikel oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Näheres ist auf der Diskussionsseite angegeben. Hilf mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung. In dieser Liste werden die südslawischen den griechischen… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.